Για την υπουργική απόφαση του ΥΠΑΙΘΑ να επιλεγούν, μέχρι τη λήξη του διδακτικού έτους, τα σχολικά εγχειρίδια του 2027-2028 από το λεγόμενο «πολλαπλό βιβλίο».
Η Κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘΑ, με υπουργική απόφαση, λίγες ημέρες πριν τη λήξη της σχολικής χρονιάς απογειώνει, την «πολλαπλή» προσπάθεια εξαπάτησης εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών, με αφορμή και την διαδικασία επιλογής από τους Συλλόγους Διδασκόντων των σχολικών εγχειριδίων της μεθεπόμενης χρονιάς. Καλεί τα σχολεία της Αθμιας εκπαίδευσης έως τις 18/6/206 και της Βθμιας έως τις 29/6/2026, να επιλέξουν τα βιβλία για το σχολικό έτος 2027-2028.
Με ακόμα μια παιδαγωγικά αστήριχτη και έωλη απόφαση-οδηγία προς τα σχολεία, που πασχίζουν κυριολεκτικά να ολοκληρώσουν ομαλά μια από τις δυσκολότερες χρονιές των τελευταίων χρόνων, η Υπουργός Παιδείας προκαλεί την εκπαιδευτική κοινότητα και την κοινωνία. Αντί να ασχοληθεί με την προετοιμασία της επόμενης σχολικής χρονιάς και με τα εκρηκτικά προβλήματα που δημιουργεί και εντείνει η πολιτική της εξοικονόμησης και των περικοπών σε πόρους και ανάγκες των σχολείων (βλ. προσλήψεις, χρηματοδότηση, παράλληλη στήριξη, ολοήμερα κ.ά.), την οποία εφαρμόζει η Κυβέρνηση και η οποία έχει εξουθενώσει τα σχολεία και την εκπαιδευτική διαδικασία, προχωρά σε μια απαράδεκτη απόφαση για την επιλογή «πολλαπλού βιβλίου», τόσο ως προς την ουσία της όσο και ως προς τη χρονική στιγμή που λαμβάνεται.
Πέρα από το θέμα της ουσιαστικής κριτικής των νέων σχολικών εγχειριδίων, της λογικής κατάταξης και κατηγοριοποίησης που υποκρύπτει η κατά σχολική μονάδα δυνατότητα διαφοροποίησης επιλογής, υπάρχει το αντιεπιστημονικό σε πολλές περιπτώσεις περιεχόμενό τους, η απαράδεκτη διαδικασία συγγραφής χωρίς καμία πειραματική και επιστημονική προϋπόθεση, οι αναθέσεις με όρους εμπορίου και κερδοσκοπίας σε ιδιώτες κ.α. Η ίδια αγοραία λογική ακολουθείται και κατά τη διαδικασία επιλογής των σχολικών βιβλίων. Ταυτόχρονα, γεννάται ένα σοβαρό πολιτικό και παιδαγωγικό ζήτημα για τον προσανατολισμό της ίδιας της μεταρρύθμισης. Η είσοδος στην παραγωγή σχολικών εγχειριδίων μεγάλων ιδιωτικών εκπαιδευτικών οργανισμών και φροντιστηριακών ομίλων δεν αποτελεί μια ουδέτερη εξέλιξη. Αντίθετα, ενισχύει τον κίνδυνο εμπορευματοποίησης της γνώσης και εισαγωγής ιδιωτικοοικονομικών λογικών στην καρδιά της δημόσιας εκπαίδευσης. Το σχολικό βιβλίο δεν μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Η γνώση δεν είναι εμπόρευμα και η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να υπαγορεύεται από τις προτεραιότητες της αγοράς ή από τα συμφέροντα μεγάλων εκδοτικών και φροντιστηριακών επιχειρήσεων. Η εμπλοκή φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραπαιδεία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη σταδιακή διάχυση της λογικής της αγοράς στο δημόσιο σχολείο και για την περαιτέρω ενίσχυση της εξάρτησης της εκπαίδευσης από ιδιωτικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το «πολλαπλό βιβλίο» ως μεταρρύθμιση εκσυγχρονισμού. Όμως καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί προοδευτική, όταν εφαρμόζεται χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς σεβασμό στην επαγγελματική κρίση των εκπαιδευτικών.
Μόλις στις αρχές Απρίλη ανακοινώθηκαν 230 νέα βιβλία και ζητείται με διαδικασίες «ψεκάστε σκουπίστε τελειώσατε», να επιλέξει ένας εκπαιδευτικός το βιβλίο που θα κάνει σε δύο χρόνια από σήμερα. Ποια παιδαγωγική λογική επιτάσσει αυτή η τόσο σημαντική και σοβαρή διαδικασία να πραγματοποιηθεί με τέτοιους απαράδεκτους όρους; Οφείλουν να απαντήσουν από το ΥΠΑΙΘΑ, πότε θα προλάβουν, με ποια διαδικασία, με ποια στήριξη ή επιστημονική και παιδαγωγική προσέγγιση, να μελετήσουν οι εκπαιδευτικοί της τάξης τα νέα εγχειρίδια; Που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι μόνο ένα, ενώ σε άλλες (π.χ. φιλόλογοι να πρέπει να μελετήσουν πάνω από δέκα εγχειρίδια). Κάθε χρόνο ένα τεράστιο ποσοστό των εκπαιδευτικών αλλάζει σχολικές μονάδες (αναπληρωτές/τριες, νεοδιόριστοι/ες, μετατεθειμένοι/ες, αποσπασμένοι/ες, όσοι/ες είναι στη διάθεση των ΠΥΣΔΕ κλπ).
Η Κυβέρνηση, το ΥΠΑΙΘΑ και όσοι στηρίζουν αυτή την αντιεκπαιδευτική πολιτική έχουν ακέραιη την ευθύνη για την οργή και την αγανάκτηση που μεγαλώνει στα σχολεία. Τέτοιες επικοινωνιακές πρακτικές «βιτρίνας», συνθλίβονται στην εκπαιδευτική καθημερινότητα που βιώνουμε χιλιάδες εκπαιδευτικοί και μαθητές μέσα στις σχολικές μονάδες.
- Καλούμε την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘΑ να σταματήσει να απαξιώνει και να προκαλεί τους χιλιάδες εκπαιδευτικούς που στηρίζουμε τα σχολεία χωρίς καμία πραγματικά αρωγή.
- Σεβασμό στην παιδαγωγική αυτονομία και στην επιστημονική κρίση των εκπαιδευτικών και των Συλλόγων Διδασκόντων/ουσών.
- Καλούμε εδώ και τώρα το ΥΠΑΙΘΑ να αποσύρει άμεσα τη συγκεκριμένη εγκύκλιο και τα απαράδεκτα χρονοδιαγράμματα.
- Την άμεση αναστολή της διαδικασίας επιλογής βιβλίων και την απόσυρση της ασφυκτικής εγκυκλίου του ΥΠΑΙΘΑ.
- Διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού υλικού και αποτροπή κάθε προσπάθειας εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της σχολικής γνώσης.
Μέσα από τα σωματεία και τους φορείς του κινήματος χρειάζεται να οργανωθεί με την έναρξη της σχολικής χρονιάς μια ουσιαστική διαδικασία ενημέρωσης και συζήτησης για τις στοχεύσεις, το περιεχόμενο του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» και των νέων σχολικών εγχειριδίων.
προκειμένου με ενιαίο τρόπο να δοθεί η πρέπουσα απάντηση στις
αντιπαιδαγωγικές – αντιεκπαιδευτικές μεθοδεύσεις του ΥΠΑΙΘΑ.
Σύλλογος Διδασκόντων αδυνατεί να αποφασίσει για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα μέσα σε
τόσο στενά χρονικά περιθώρια“.
Η Ομοσπονδία δεν έχει ακόμα πάρει θέση για το πολύ σημαντικό ζήτημα του
“πολλαπλού βιβλίου”, έπειτα από την έκδοση της πρόσφατης ΥΑ, το οποίο
ούτως ή άλλως αποτελεί σημαντική πλευρά της συνολικής αντιεκπαιδευτικής
πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ. Επομένως, δεν έχει πάρει ως τώρα θέση
ούτε και για τη στάση που θα πρέπει να κρατήσουν οι σύλλογοι διδασκόντων
στις ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΑ ΠΟΛΥ ΕΣΠΕΥΣΜΕΝΕΣ Ειδικές Συνεδριάσεις με θέμα την
επιλογή βιβλίων για το σχολικό έτος 2027 – 2028. Το ΔΣ της ΕΛΜΕ Νότιας
Αθήνας αποφάσισε, λοιπόν, να μην αφήσει τα μέλη του στη δυσάρεστη θέση
των υπάκουων “εκτελεστικών οργάνων”.



Leave a Reply